Η φοιτητική γενιά του €1,80 την ώρα

Ιουλίου 4th, 2008

Τις μέρες αυτές τα πανεπιστήμια της χώρας κλήθηκαν «αρμοδίως» να εκπονήσουν τον «αναπτυξιακό προγραμματισμό» τους για την περίοδο 2008-12. Ένα εγχείρημα που αν και σημαντικό θα πρέπει κατά τ’ άλλα να έχει ολοκληρωθεί από τα ΑΕΙ εντός του τρέχοντος μηνός! Για την υποβοήθηση της υπερκατεπείγουσας αυτής άσκησης  α λα Παρμενίων, το ΥΠΕΠΘ απέστειλε και κάποια σχετικά έγγραφα με μεθοδολογικά υποδείγματα, όπου σ’ ένα μάλιστα απ’ αυτά δεν παραλείπει, αυτοσυστηνόμενο, να μας υπενθυμίσει ότι είναι «αρωγός κάθε προσπάθειας ανάπτυξης της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης».   Στα εκεί περιεχόμενα από τον «αρωγό» υποδείγματα υπάρχουν και κάποιες οίκοθεν αποκαλύψεις που φωτίζουν από παράπλευρες γωνίες την πραγματική φορολογική επιβάρυνση που συνεπάγεται η φοίτηση των Ελληνοπαίδων (και μη) στα ημεδαπά δημόσια ΑΕΙ. Για λόγους όχι προφανείς, και στην εναρκτήρια μάλιστα ενότητα του εγγράφου του, το ΥΠΕΠΘ επιδίδεται σε μία άσκηση προσδιορισμού του βασικού κόστους διδασκαλίας στη βάση στοιχείων που έχει αλιεύσει από την εκτέλεση του Τακτικού Προϋπολογισμού του 2007.   Εν πρώτοις βέβαια, προκύπτει η εξόχως εύλογη απορία γιατί ένας προγραμματισμός που αυτοαποκαλείται αναπτυξιακός, και μάλιστα τετραετής, δεν εκκινεί, ως αρμόζει, από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Αντ’ αυτού στρέφει τους τηλαυγείς προβολείς των δημοσιονομικών στοιχείων αποκλειστικά και μόνο στο μισθολογικό κόστος της διδασκαλίας. Η επιλογή αυτή του ΥΠΕΠΘ αναδίδει ένα κάποιο άρωμα (ή για όσους το προτιμούν, οσμή) διδάκτρων αλλά ας μην προτρέχουμε, μπορεί και να οφείλεται στις κλίσεις και προτιμήσεις του υπουργικού συμβούλου που χειρίστηκε το θέμα. Ας είναι.   Εδώ, δεν θα αμφισβητήσω ούτε τα στοιχεία, ούτε τη μέθοδο, ούτε τις προθέσεις του «αρωγού» Υπουργείου. Καλόπιστα, τα δέχομαι όλα όπως είναι, όπως περιγράφονται και όπως παρουσιάζονται. Απλώς θα κάνω μερικούς λογαριασμούς. Επεξεργαζόμενος τα στοιχεία του ΥΠΕΠΘ παρατηρώ ότι στα ελληνικά ΑΕΙ έχουμε 246.175 «μονάδες ενεργών φοιτητών» (συμπεριλαμβανομένου του Ανοικτού Πανεπιστημίου). Επίσης, βλέπω ότι το πραγματικό μισθολογικό κόστος για όλους αυτούς τους φοιτητές ανήλθε το 2007 σε 206,5 εκατ. €. Διαιρώντας τα δύο προκύπτει το ετήσιο μισθολογικό κόστος ανά ενεργό μονάδα φοιτητή, ήτοι 838 €. Άρα για κάθε εξάμηνο φοίτησης το μισθολογικό κόστος διδασκαλίας ανά φοιτητή είναι το μισό, δηλαδή 419 €. Αν θεωρήσουμε αντιπροσωπευτικό τον ενεργό φοιτητή που παίρνει έξι μαθήματα κάθε εξάμηνο, τότε το κόστος κάθε εξαμηνιαίου μαθήματος για κάθε φοιτητή διαμορφώνεται στα 69,83 €. Ως γνωστόν, με τον ισχύοντα νόμο το κάθε εξάμηνο έχει 13 διδακτικές εβδομάδες· συνεπώς το κάθε εξαμηνιαίο μάθημα διδάσκεται για 13 εβδομάδες επί 3 ώρες την εβδομάδα, άρα για 39 συνολικά ώρες στο κάθε εξάμηνο. Διαιρώντας τέλος τα 69,83 € που κοστίζει το κάθε εξαμηνιαίο μάθημα με τις 39 ώρες που διδάσκεται προκύπτει η μισθολογική δαπάνη του Τακτικού Προϋπολογισμού ανά ώρα διδασκαλίας για κάθε φοιτητή. Αν οι λογαριασμοί είναι σωστοί, το δημοσιονομικό κόστος για κάθε ώρα διδασκαλίας ανά μονάδα ενεργού φοιτητή ανέρχεται σε 1,79 € (ολογράφως: ένα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτά). Βέβαια, αυτό το «θεωρητικό» ποσό, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του ΥΠΕΠΘ, αντιπροσωπεύει μόνο ώρες διδασκαλίας στην αίθουσα. Διότι, αν συμπεριλάβουμε και τις ώρες που οι διδάσκοντες απασχολούνται εκτός αμφιθεάτρου για διδακτικά θέματα (προετοιμασία, διόρθωση γραπτών, ώρες γραφείου κ.ά.) γίνεται ευκόλως αντιληπτό ότι το «πραγματικό» κόστος για κάθε ώρα διδασκαλίας είναι αρκετά χαμηλότερο, πολύ πιθανόν να πέφτει και κάτω από το 1 € (χωρίς βέβαια να συνυπολογίζουμε όσους φοιτητές έχουν υπερβεί το όριο ν+2 έτη φοίτησης οι οποίοι δεν θεωρούνται ενεργοί και πλέον δεν λαμβάνουν καμία απολύτως χρηματοδότηση). 

Οι φορολογούμενοι ας τα έχουν αυτά υπόψη τους. Ας έχουν υπόψη τους ότι για την πανεπιστημιακή διδαχή των παιδιών τους το κράτος δίνει κάθε χρόνο λιγότερα απ’ όσα οι πιο ενδεείς οικογένειες δίνουν κάθε μήνα (838 €). Ας αναρωτηθούν τι μπορούν να αγοράσουν σήμερα με 1,79 €. Ας αναρωτηθούν πώς είναι δυνατόν μια ώρα διδασκαλίας ενός γιατρού, ενός δασκάλου, ενός μηχανικού να κοστίζει λιγότερο από την ταρίφα ενός ταξί, λιγότερο από κάθε διόδιο του οδικού δικτύου, λιγότερο από επτά λεπτά ομιλίας στο κινητό, λιγότερο από τους φόρους που εισπράττει το κράτος από ένα πακέτο τσιγάρα. Ας αναρωτηθούν γιατί από τα 150-190 € του ΦΠΑ που λογικά εισπράττει το κράτος διαμέσου των 800-1000 ευρώ που δαπανά μηνιαίως ένας εκτός έδρας φοιτητής, ο Τακτικός Προϋπολογισμός τον επιχορηγεί με μηνιαία διδασκαλία αξίας χαμηλότερης των 70 € (838€ : 12). Ας αναρωτηθούν γιατί το κράτος αγοράζει φθηνά και πουλά ακριβά κι έτσι όταν είναι να πληρώσει την ακαδημαϊκή διδασκαλία την αποτιμά σε 69,83 € για κάθε εξαμηνιαίο μάθημα, αλλά όταν είναι να πληρωθεί γι’ αυτήν, όπως στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, εκδίδει Υπουργική Απόφαση και τη χρεώνει 700 € (ΦΕΚ 1567Β, 20.10.2004). Τη λεξικογραφεί καλά ο Δημητράκος την «αρωγή»: επικούρησις φιλανθρωπική. Ας προγραμματίσουμε λοιπόν ακόμη τέσσερα έτη «αναπτυξιακής» φιλανθρωπικής επικούρησης για τους φιλομαθείς παίδες της γενιάς του 1,80 € (το παραπανίσιο μονόλεπτο δίδεται ως αλληλέγγυα επιδότηση στα ακόμη πιο ενδεή Α-ΤΕΙ).

 

Ηλίας Γεωργαντάς

Επίκουρος Καθηγητής

Πανεπιστήμιο Κρήτης

Τρεις Πράξεις

Απριλίου 21st, 2008

Ο κύριος Αντιπρύτανης αμέσως πριν από μένα είπε ότι η «υπόθεση Αλεξανδρόπουλου» υπήρξε η πιο σκοτεινή στιγμή στην ιστορία του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρόσθεσε ότι τα τραύματα που κληροδότησε δεν έχουν ακόμα επουλωθεί. Παίρνοντας τη σκυτάλη θα ήθελα να δούμε τρεις πράξεις που ίσως φωτίσουν αυτή τη σκοτεινή στιγμή. Και θα ξεκινήσω από την πράξη την αποψινή, δηλαδή από την ονομασία του Αμφιθεάτρου Δ6 σε Αμφιθέατρο Στ. Αλεξανδρόπουλου. Είναι μια πράξη δημόσια, που συχνά προσλαμβάνει και χαρακτήρα πανηγυρικό. Η πράξη αυτή ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη ίσως τιμή για έναν ακαδημαϊκό δάσκαλο, όταν μάλιστα του αποδίδεται από την ακαδημαϊκή κοινότητα συνολικά. Οι λόγοι για τους οποίους αποδίδεται συνήθως μια τέτοια τιμή είναι πολλοί: συμβολή στην πρόοδο της επιστήμης, συμβολή στην ίδρυση και την ανάπτυξη μιας Σχολής ή ενός Τμήματος αλλά και το ίδιο το ακαδημαϊκό ήθος. Με το πέρασμα του χρόνου, οι λόγοι αυτοί τείνουν να λησμονούνται και μένει το όνομα της αίθουσας ή του αμφιθεάτρου σαν μια καθημερινή λέξη στα χείλη των φοιτητών/τριών. Ας δούμε, λοιπόν, τα όσα ακολουθούν σαν ένα είδος ελάχιστου αναχώματος απέναντι σε αυτήν την αναπόφευκτη λήθη αλλά και σαν ένα δείγμα αντίστασης σε όσους ποντάρουν σε αυτή τη λήθη. Γιατί, λοιπόν, τιμάμε σήμερα τον Στ. Αλεξανδρόπουλο; Δεν θα είχαμε συγκεντρωθεί εδώ ούτε θα είχε περάσει από το μυαλό μας να προχωρήσουμε στην πράξη της μετονομασίας, εάν η ίδια η «υπόθεση Αλεξανδρόπουλου» δεν ισοδυναμούσε με ένα ακαδημαϊκό «114». Και τούτο επειδή η «υπόθεση» αυτή κατά την ουσία της υπήρξε παραβίαση όχι μόνο θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και της ίδιας της αρχής της δημοσιότητας. Έτσι:[1] Το δικαίωμα του αναφέρεσθαι είτε απορρίπτεται είτε μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα με τον καταλογισμό της άσκησης κριτικής εκτός των θεσμών και των οργάνων του ΠΚ.[2] Το δικαίωμα της άσκησης δημόσιας κριτικής μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα με το χαρακτηρισμό αυτής της κριτικής σαν αβάσιμης.[3] Το δικαίωμα της άσκησης δημόσιας κριτικής σε αποφάσεις συλλογικών ή μη οργάνων του ΠΚ μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα καθώς χαρακτηρίζεται σαν διασυρμός και δυσφήμηση του ΠΚ. Και η ειρωνεία του πράγματος: Ενώ οι πράξεις του Στ. Αλεξανδρόπουλου υπήρξαν δημόσιες, η αλυσίδα των πράξεων οι οποίες οδήγησαν στην παραπομπή του τελέσθηκαν εν κρυπτώ και ερήμην των συλλογικών οργάνων είτε του ΤΠΕ είτε του ΠΚ παραμερίζοντας τη συστατική για το δημόσιο πανεπιστήμιο αρχή της δημοσιότητας. Για αυτούς, άλλωστε, τους προφανείς λόγους η πράξη της παραπομπής δεν απέκτησε ποτέ ουσιαστική νομιμοποίηση.Κοντεύουν δύο χρόνια από το θάνατο του Αλεξανδρόπουλου. Οι συνέπειες από την υπόθεση αυτή, όμως, ήταν πιο τραγικές και από το ίδιο το γεγονός του θανάτου του. Και τούτο επειδή οι νοοτροπίες και οι πρακτικές που συντήρησαν ή ευνόησαν την ηθικά απαράδεκτη παραπομπή του «καλά κρατούν». Και δεν είναι άλλες από τις πρακτικές εκείνες που θεωρούν τον ακαδημαϊκό χώρο σαν ένα γραφειοκρατικό τερατούργημα φτιαγμένο από μια μάζα κοντόφθαλμων προσωπικών και ιδιοτελών στρατηγικών και επιδιώξεων. Από πρακτικές και νοοτροπίες που αποβλέπουν στην ιδιοποίηση ενός χώρου που μας έχει δοθεί από κοινού. Από πρακτικές και νοοτροπίες που συντηρούν και αναπαράγουν όχι σχέσεις ακαδημαϊκής ιεραρχίας αλλά σχέσεις προσωπικής εξάρτησης και υποτέλειας. Τέλος, από πρακτικές και νοοτροπίες που έχουν στρεβλώσει την «ιερή» σχέση δασκάλου-μαθητή εκφυλίζοντάς την σε σχέση κυρίου-υπηρέτη.Δεν έχουμε το δικαίωμα σε αυτές τις πρακτικές όσο υψηλό και αν είναι το αξίωμα που κατέχουμε, όσο ισχυρή και αν είναι η επιρροή ή η εξουσία που ασκούμε. Γιατί η δημόσια χρηματοδότηση που πληρώνει τους μισθούς μας και συντηρεί τα πανεπιστήμια αποτελεί όχι μόνο την υλική βάση αλλά και την απαραίτητη συνθήκη ενός ηθικο-πολιτικού δεσμού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε δημόσιο πανεπιστήμιο ή ακαδημαϊκή κοινότητα. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα γιατί απλούστατα δεν είναι δική μας αποκλειστική ιδιοκτησία.Ο Αλεξανδρόπουλος πάνε δυο χρόνια που είναι πεθαμένος. Εμείς για πόσο ακόμα θα είμαστε νεκροί;   Διονύσης Ν. Γράβαρης

Ανάποδος Τύπος

Μαρτίου 20th, 2008

Ιδού μια μικρή ιστορία «επιστημονικής φαντασίας»: την 1η Απριλίου του 2008 δημοσκόπηση κάποιας εταιρείας δίνει στη ΝΔ προβάδισμα 2-3 μονάδων απέναντι στον ….ΣΥΡΙΖΑ (32% έναντι 28%). Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην τρίτη θέση , απέχοντας από τον ΣΥΡΙΖΑ περίπου τέσσερις μονάδες (24-25%). Η πρόβλεψη για τις έδρες δίνει περίπου 135 στη ΝΔ, 70 στον ΣΥΡΙΖΑ και 60 στο ΠΑΣΟΚ.Στα πολιτικά γραφεία πυροδοτούνται έντονες αντιδράσεις. Η ΝΔ βρίσκεται «χαμένη στη μετάφραση» της κοινής γνώμης του εκλογικού σώματος. Τα ερωτήματα βασανιστικά: ποιός είναι ο κύριος αντίπαλός της, ποιός θα ήθελε να είναι ο κύριος αντίπαλός της, ποιος θα έπρεπε να είναι ο αντίπαλός της.

Στο ΠΑΣΟΚ η κατάσταση ξεπερνά τα όρια του σοκ. Για τους «δεξιούς» του κόμματος φταίει ο Πρόεδρος. Για τους «αριστερούς» φταίνε οι υπονομευτές του Προέδρου. Οι «ρεαλιστές» δηλώνουν ότι θα πρέπει να συμμαχήσουν με αυτόν που θα δώσει τις καλύτερες εγγυήσεις για μια σωστή διαχείριση της χώρας (μπορεί να είναι η ΝΔ, μπορεί και η Αριστερά, μάλλον κλίνουν όμως προς την πρώτη λύση). Κάποιοι άλλοι καλούν τον ΣΥΡΙΖΑ να εγκαταλείψει την αλαζονική πολιτική της αυτοδυναμίας και να δεσμευτεί ότι θα καθιερώσει ως κυβέρνηση την απλή αναλογική. Στο μεταξύ πολλοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ στην περιφέρεια προσχωρούν διακριτικά στις Τοπικές Συνελεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την έδρα του κόμματος στην επόμενη Βουλή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ διχάζεται. Στο εσωτερικό του αναπτύσσεται μια ισχυρή τάση που θεωρεί ότι το κόμμα μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει την (κοινοβουλευτική) αυτοδυναμία. Μια άλλη, εξίσου ισχυρή τάση, θεωρεί ότι πρέπει να καλέσει το ΠΑΣΟΚ να στηρίξει τη νέα αριστερή κυβέρνηση, προσφέροντάς του το μετεκλογικό δέλεαρ της απλής αναλογικής. Μια ακόμη μικρότερη, το βάζει στα πόδια, γιατί αισθάνεται ότι ήταν καλύτερα κάποτε (πριν 8 μήνες δηλαδή), όταν κινούνταν στα όρια του 3-4%.

Το ΚΚΕ διασπάται. Οι «σκληροπυρηνικοί» διαγράφουν τους «διαλλακτικούς» που επιδιώκουν συνεργασία του κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ. Κυριαρχεί η άποψη της «καθαρότητας».

 

 

Να μη γίνει Πάρκο στο Ελληνικό

Ιανουαρίου 22nd, 2008

Να μη γίνει Πάρκο στο Ελληνικό Κάτοικοι της Γλυφάδας, του Ελληνικού, του Αλίμου, της Αργυρούπολης, της Βούλας, Κάτοικοι όλων των Νοτιανατολικών περιοχών της Αθήνας Το απαράδεκτο ΥΠΕΧΩΔΕ αποφάσισε τελικά να κάνει Πάρκο σε ένα μέρος του παλιού Αεροδρομίου. Ευτυχώς βεβαίως, υπαναχώρησε από τη δέσμευση τόσων και τόσων Υπουργών και Πρωθυπουργών για να γίνει ολόκληρος ο χώρος το μεγαλύτερο Πάρκο της χώρας.  Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι ΑΡΚΕΤΟ! Εμείς λέμε: Όχι άλλο πράσινο! Δεν θέλουμε να γίνουμε πνεύμονας πρασίνου. Θέλουμε να γίνουμε λεωφόρος Κηφισίας και όχι να κινδυνεύουμε να καούμε από τα δέντρα, όπως οι κάτοικοι της Ηλείας και τα ελάφια της Πάρνηθας. Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλο πράσινο. Έχει ήδη αρκετό.
Η Αθήνα χρειάζεται περισσότερο τσιμέντο και άσφαλτο.
 Χρειαζόμαστε περισσότερα εμπορικά κέντρα και ψηλά γυάλινα κτίρια στην περιοχή μας. Χρειαζόμαστε περισσότερα αυτοκίνητα, μποτιλιάρισμα και ατμοσφαιρική ρύπανση. Το Ελληνικό δεν πρέπει να μείνει πίσω στην ανάπτυξη.Δεν θέλουμε να ζούμε άλλο με τον κίνδυνο της ανάπλασης να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας και να απειλεί το επίπεδο ζωής των παιδιών μας. Δεν θέλουμε πνεύμονες πρασίνου και άλλα αντιαναπτυξιακά σχέδια που διογκώνουν την ανεργία. Θέλουμε μπετά και τα θέλουμε τώρα. Γι’ αυτό σας καλούμε:Να στηρίξουμε με κάθε τρόπο τα σχέδια των κατασκευαστικών εταιρειών και των εργολάβων. Να οργανώσουμε εθελοντικές ομάδες για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο. Κάθε πολίτης από 6 μέχρι 76 χρονών μπορεί και πρέπει να βοηθήσει. Να διοργανώσουμε έρανο για να ενισχύσουμε τους επιχειρηματίες.  Να απαιτήσουμε να μεταφερθούν στο Ελληνικό περισσότερες εμπορικές χρήσεις. Να γίνει καζίνο, πάρκο νυχτερινών κέντρων, πέντε πολυώροφα ξενοδοχεία, τρία συνεδριακά κέντρα της Εκκλησίας, δέκα ανισόπεδοι κόμβοι, συγκροτήματα με μεζονέτες, ένα κωπηλατοδρόμιο, πίστα Φόρμουλα 1 (όπως ήθελε ο Αβραμόπουλος) και, οπωσδήποτε καινούργιο γήπεδο ταε κβο ντο, ικανό να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Και μία μαρίνα για πολυτελή σκάφη αναψυχής.Να αποτρέψουμε κάθε αντιλαϊκό σχέδιο για υψηλό πράσινο. Αν τους αφήσουμε να μας φυτέψουν δέντρα, αύριο μεθαύριο θα μας μετατρέψουν και σε υδροβιότοπο ή πάρκο για αρκούδες. Ζητάμε:

  1. Να γίνει εδώ το νέο γήπεδο της ΑΕΚ, όπως έχει προταθεί.
  2. Να αυξηθεί κατακόρυφα ο συντελεστής δόμησης στη γειτονιά μας και
    να κοπούν τα υφιστάμενα δέντρα.
  3. Να χτιστούν περισσότερα κτίρια γραφείων και καταστημάτων, με λεφτά του κράτους. Το πράσινο στην πόλη είναι οπισθοδρόμηση και λαϊκισμός.

 

Η «παναθηναϊκή οικογένεια» και η «οικογένεια Βαρδινογιάννη».

Ιανουαρίου 21st, 2008

Η «παναθηναϊκή οικογένεια» και η «οικογένεια Βαρδινογιάννη».  

Είναι κοινή πεποίθηση στον παναθηναϊκό κόσμο ότι έχει έρθει η στιγμή για μια ιστορική αλλαγή στη διοίκηση του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού, αλλά και συνολικά στο μοντέλο διοίκησης του μεγαλύτερου συλλόγου της χώρας. Αυτή τη στιγμή έχουμε ουσιαστικά τέσσερις «παναθηναϊκούς»: α) τον ποδοσφαιρικό (Βαρδινογιάννης), β) τον μπασκετικό (Γιαννακόπουλος), γ) το βόλλει (Σταθοκωστόπουλος) και, δ) τον ερασιτέχη Παναθηναϊκό με τα πάμπολλα αθλητικά τμήματα. Ο πρώτος εδώ και πολλά χρόνια (στην ουσία μετά το 2000) βρίσκεται σε μακροχρόνια κρίση εξαιτίας της διοικητικής ανικανότητας της οικογένειας Βαρδινογιάννη, των λαθεμένων επιλογών στη στελέχωση της εταιρείας, της κακής διαχείρισης των χρημάτων που επενδύονται άναρχα, των κακών σχέσεων με τους φιλάθλους, τους ποδοσφαιριστές και τους παλαιμάχους του συλλόγου, την κακή εμπορική πολιτική, τις σχέσεις με τον Τύπο, κ.οκ. Ταυτόχρονα, όλοι οι παναθηναϊκοί είμαστε αποκλεισμένοι από τη δυνατότητα και να προσφέρουμε ή οικονομικά ή διοικητικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Σήμερα στα 100 χρόνια επιβάλλεται: α) να ενοποιηθούν οι διαφορετικοί «παναθηναϊκοί» σε μια ενιαία οργανωτική εταιρική δομή, με την συμμετοχή και των εκατομμυρίων φιλάθλων μας, σε μια τεράστια πολυμετοχική εταιρεία, που μπορεί να γίνει έτσι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, β) να αυτονομηθεί ο Παναθηναϊκός από τους επιχειρηματίες εκείνους που τον κάνουν να είναι (ή να φαίνεται) εξαρτημένος από αυτούς. Δεν ξέρω αν η «προοπτική Βγενόπουλου» είναι η καλύτερη, όμως σίγουρα αυτό το άθλιο διοικητικό μοντέλο που επέβαλε η κυριαρχία των Βαρδινογιάννηδων από το 1979 σε ολόκληρο τον Παναθηναϊκό (αφού εξανάγκασε στην πολυδιάσπαση) πρέπει να τελειώνει. «Σύλλογος μεγάλος δεν υπάρχει άλλος».  

Το Κύτταρο που αντέχει

Ιανουαρίου 2nd, 2008

Το ΚΥΤΤΑΡΟ που αντέχει.

Με αφορμή το άνοιγμα και πάλι του ιστορικού για την ελληνική ροκ σκηνή club ΚΥΤΤΑΡΟ, ο Στέλιος Ελληνιάδης έγραψε ένα σημείωμα στο ένθετο «7» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (18/11/2007), που αναφέρεται στις περιόδους του ΚΥΤΤΑΡΟΥ και στις κοινωνικές συνθήκες που το ανέδειξαν, περισσότερο από ένα club, σε ένα συλλογικό χώρο έκφρασης και αντίστασης στη δικτατορία.

Η πρωτοποριακή ελληνική ροκ σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70 – πρωτοποριακή ακόμα και για τα δεδομένα της διεθνούς σκηνής – με εκφραστές τους Socrates και τους MGC, αλλά και τους Εξαδάκτυλος ή τους Πελόμα Μποκιού, και πρόσωπα σημαντικά για τη μουσική σκηνή, όπως ο Δ.Πουλικάκος, ο Π.Σιδηρόπουλος και βέβαια ο «νεαρός» Δ.Σαββόπουλος, αποκόπηκε μετά τη μεταπολίτευση του ’74 από το νεολαιίστικο πολιτικό και πολιτιστικό κίνημα, απομόνωση που διήρκεσε σχεδόν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο Στ.Ελληνιάδης γράφει χαρακτηριστικά γι’αυτήν την εξέλιξη: «Το ελληνικό ροκ αντλούσε τον πολιτικό του λόγο σχεδόν αποκλειστικά από το εξωτερικό (αντιπολεμικό κίνημα, χιπισμός, «Φράουλες και αίμα», Γούντστοκ, κλπ), γι’αυτό όταν η σύγκρουση των νέων με τη χούντα εκδηλώθηκε ανοιχτά και δυναμικά από το ακαδημαϊκό έτος 1972-73, η ντόπια ροκ σκηνή από πρωτοποριακή πέρασε στο περιθώριο των εξελίξεων. Η κατάληψη της Νομικής έβαλε στην άκρη το ροκ που δεν συντονίστηκε με την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, πλην Σαββόπουλου. Το ΚΥΤΤΑΡΟ, παρόλο που συνέχισε να λειτουργεί σαν ροκ κλαμπ και να βοηθάει στη συντήρηση της ασθμαίνουσας ροκ σκηνής, δεν αποτελούσε πια το κέντρο των ασυμβίβαστων νέων που είχαν ξεχυθεί στους δρόμους με σημαίες και αντάρτικά τραγούδια».

Η «πρωτοπορία» των αρχών του ’70 ξεκόπηκε από τις νεολαίστικες μάζες του ’75. Σήμερα, με το αναγεννημένο ΚΥΤΤΑΡΟ, με τα εκατοντάδες νέα ροκ γκρουπ που ξεπετάγονται σε κάθε γωνιά της χώρας, αλλά και με εντελώς διαφορετικές (όχι πάντοτε ευχάριστες) κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες, η ελληνική ροκ πρωτοπορία βρίσκεται σε άμεση σχέση και επίδραση με τις μάζες των νέων ανθρώπων. Να προσέξουμε ιδιαίτερα αυτή τη νέα (εκρηκτική) σχέση που αναπτύσσεται.

Αλλαγή ηγεσίας στον Συνασπισμό

Νοέμβριου 9th, 2007

Η αλλαγή ηγεσίας στον Συνασπισμό / Η παραίτηση Αλαβάνου και η διαφαινόμενη εκλογή Τσίπρα

Η παραίτηση Αλαβάνου και η διαφαινόμενη εκλογή Τσίπρα στην προεδρία του Συνασπισμού αποτελεί μια κίνηση που πιθανόν να αλλάξει ριζικά το κομματικό τοπίο και τους εκλογικούς συσχετισμούς στο επόμενο διάστημα.

Η εκλογή ενός νέου, άφθαρτου και κινηματικού προσώπου στην ηγεσία του ΣΥΝ κάνει πράξη το αίτημα της ανανέωσης της στελεχιακής δομής των κομμάτων, την ίδια στιγμή που το αντίστοιχο αίτημα στο ΠΑΣΟΚ «βαλτώνει» μέσα στον καθεστωτισμό των ηγετικών του προσώπων, στο ΚΚΕ «καθυστερεί» λόγω παραδοσιακών ισορροπιών και στη ΝΔ ακυρώνεται λόγω της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης. Η δομική κρίση του δικομματισμού στο νεότερο ηλικιακά εκλογικό σώμα (έως 45 ετών), στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα και στα μεγάλα αστικά κέντρα επιζητά μια νέα πολιτική εκπροσώπηση τόσο σε επίπεδο ριζοσπαστικού πολιτικού λόγου όσο και σε επίπεδο προσώπων. Η εκλογή Τσίπρα θα ισχυροποιήσει την πολιτική «ΣΥΡΙΖΑ» στο εσωτερικό του ΣΥΝ, θα κάνει ακόμη πιο «καθαρό» και «κινηματικό» τον πολιτικό λόγο του κόμματος, θα αναδείξει ακόμα πιο στρατηγικά το πρόβλημα του περιβάλλοντος στην ελληνική κοινωνία ως κεντρικού προβλήματος της διακυβέρνησης, θα φέρει στην κεντρική πολιτική σκηνή το λόγο των κινημάτων της πόλης και των νέων κοινωνικών αντικαπιταλιστικών κινημάτων.

Η κρίση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων

Νοέμβριου 9th, 2007

Η κρίση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και η ανάγκη δημιουργίας διατμηματικών μεταπτυχιακών

Από πολλές πλευρές εκφράζεται η έντονη ανησυχία για την κρίση πολλών  μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών στις κοινωνικές επιστήμες και κυρίως στο χώρο της Πολιτικής Επιστήμης, κρίση που εντοπίζεται: α) στην πτώση του επιπέδου των σπουδών, β) στη μέτρια έως κάκιστη ποιότητα των φοιτητών που εισάγονται σε αυτά, σε μεγάλο βαθμό λόγω και της αναπαραγωγής πελετειακών σχέσεων πάσης φύσεως. Είναι βέβαιο ότι η κρίση αυτή έχει για κάθε Τμήμα τους δικούς της ρυθμούς, τις δικές της ιδιομορφίες Οι λόγοι προφανώς για την κρίση αυτή είναι πολλοί, ενώ σίγουρα παρατηρούνται και σοβαρές αντιστάσεις στη διαδικασία της απαξίωσης.

Ισως έχει έρθει η στιγμή να συζητηθεί σοβαρά η οργάνωση διατμηματικών μεταπτυχιακών προγραμμάτων. Προς την κατεύθυνση αυτή, θα πρέπει να ανοίξει ένας σοβαρός διάλογος μεταξύ των Τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης της χώρας, καθώς και άλλων Τμημάτων με συναφή αντικείμενα, όπως τα Τμήματα Κοινωνιολογίας. Τα διατμηματικά αυτά μεταπτυχιακά μπορεί να επιτύχουν σχετικά εύκολα τρεις βασικές συνθήκες: α) να ενώσουν ακαδημαϊκές δυνάμεις σε ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα σπουδών, β) να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών και γ) να «φιλτράρουν» το επίπεδο των εισαγομένων φοιτητών με βάση το ακαδημαϊκό και θεωρητικό τους ενδιαφέρον για τα αντικείμενα της Πολιτικής Επιστήμης.